Κυριακή, 28 Οκτωβρίου 2007

ΠΕΡΙ COPYRIGHT

Αυτό που ακολουθεί είναι περίληψη ενός άρθρου που δημοσίευσαν στο γαλλικό περιοδικό Vacarme οι Maurizio Lazzarato, Brian Holmes και Christophe d'Hallivilée. Το άρθρο γράφτηκε το καλοκαίρι κατά τη διάρκεια των κινητοποιήσεων των καλλιτεχνών περιστασιακής απασχόλησης στη Γαλλία κατά του περιορισμού του επιδόματος ανεργίας τους. Οι συγγραφείς αναφέρονται στο αίτημα της «εξαίρεσης για τον πολιτισμό» που τέθηκε τότε, στο οποίο ασκούν κριτική με βάση τις θέσεις του ρεύματος της ιταλικής «μετα-αυτονομίας» για το ζήτημα των μετασχηματισμών στην συνολική κοινωνική παραγωγή και του ρόλου της γνώσης σε αυτήν.
Οι τίτλοι και οι σημειώσεις μέσα σε αγκύλες είναι του μεταφραστή (Α.Γ.)

Ο αγώνας των καλλιτεχνών και το πρωτόκολλο εξαίρεσης
H έννοια της «πολιτιστικής εξαίρεσης» χαίρει τεράστιας αίγλης, επειδή, για την κοινή γνώμη, ισοδυναμεί με την άρνηση των επιταγών της GATT, του ΑΜΙ, του ΠΟΕ: την άρνηση να αντιμετωπιστεί η καλλιτεχνική παραγωγή σαν απλό εμπόρευμα. Σε ποιες πολιτικές όμως οδηγεί στην πράξη; Και ποιον κανόνα επιβεβαιώνει αυτή η «εξαίρεση»;
Ο Σιράκ καταβάλλει προσπάθειες να την κατοχυρώσει στο ευρωπαϊκό σύνταγμα. Η κυβέρνηση Ραφαρέν αναλαμβάνει να την εφαρμόσει. Η υπογραφή του πρωτοκόλλου συμφωνίας για το επίδομα ανεργίας των περιστασιακά εργαζομένων στο χώρο του θεάματος είναι ένα αποφασιστικό βήμα για την επέκταση αυτής της πολιτικής.
Τα αποτελέσματα αυτών των μέτρων είναι σε όλους γνωστά: μείωση των επιδοτουμένων κατά 40% και, μεσοπρόθεσμα, βαθμιαία έξοδος άλλων δικαιούχων. Ταυτόχρονα, το πρωτόκολλο αποτρέπει την είσοδο των νέων γενεών στο καθεστώς της περιστασιακής απασχόλησης. Πρόκειται για ένα βίαιο μπλοκάρισμα μιας τάσης που αναπτύσσεται από το 68 και μετά, και που εδώ και λίγα χρόνια είχε σημειώσει εκθετική ανάπτυξη: της στροφής των νέων προς καλλιτεχνικές, πνευματικές και πολιτιστικές δραστηριότητες. Οι περιστασιακά εργαζόμενοι δεν είναι παρά η κορυφή του παγόβουνου: σε αυτούς πρέπει να προσθέσουμε και όλα τα άλλα «επαγγέλματα» (εικαστικοί, αρχιτέκτονες, ερευνητές, σχεδιαστές μόδας κ.λπ.), τα οποία έχουν όλα, σήμερα, το δικό τους μερίδιο «άυλης» εργασίας, η οποία παρέχεται δωρεάν ή με γελοίες αμοιβές και σε συνθήκες τρομερής εκμετάλλευσης.

Ελιτισμός

Το μήνυμα των νέων μέτρων είναι σαφές: τέρμα στη μακρά διαδικασία «εκδημοκρατισμού» της τέχνης και των πνευματικών επαγγελμάτων. Πρέπει να τα ιεραρχήσουμε, να τα ελέγξουμε, και μετά να τα οδηγήσουμε στη φτώχεια. Όσον αφορά το χώρο του θεάματος, το ζητούμενο είναι να καθοριστεί ένας περιορισμένος αριθμός καλλιτεχνών σύμφωνα με τα κριτήρια του Κράτους και των επιχειρήσεων. Εκεί αποσκοπεί και η πρόταση για την καθιέρωση ενός «καθεστώτος καλλιτέχνη». Οι σχέσεις ανάμεσα σε αυτούς τους νέους «προνομιούχους» και τους θεσμούς δεν θα ρυθμίζονται πλέον από συλλογικά δικαιώματα, αλλά από μια εξατομίκευση (όπως και οι μισθοί στα εργοστάσια), από επιδοτήσεις και χορηγίες. Ο ανταγωνισμός όλων ενάντια σε όλους που θα ακολουθήσει, είναι το καλύτερο μέσο διαίρεσης και ελέγχου αυτών των εκλεκτών της εξαίρεσης. Οι διαπλοκές, τα λόμπι, οι πελατείες κ.λπ., που ήδη υπήρχαν ευρέως, θα θεσμοθετηθούν. Οι βαρώνοι θα έχουν τους καλλιτέχνες της αυλής τους, όπως τον παλιό καλό καιρό.

Ζήτημα κατανομής της αγοράς

Στον οπτικοακουστικό τομέα, η πολιτιστική εξαίρεση είναι μια συμμαχία ανάμεσα στις γαλλικές majors και τμήματα του «ανεξάρτητου» κινηματογράφου «των δημιουργών». Ετερόκλητα συμφέροντα έχουν βρεί έδαφος συνεννόησης, ενάντια στην πολιτική των αμερικανικων πολυεθνικών της επικοινωνίας.
Δεν έχουμε τίποτα ενάντια στην υπεράσπιση και τη διεύρυνση των χώρων «δημιουργίας και παραγωγής» και στην απόσυρση από την εμπορευματική λογική των διεθνών οργανισμών. Διατυπώνουμε μόνο μια αμφιβολία: η πολιτική της πολιτιστικής εξαίρεσης δεν μας φαίνεται ούτε αποτελεσματική, ούτε επιθυμητή.
Δεν είναι αποτελεσματική επειδή, σε αυτή τη συμμαχία, το «πάνω χέρι» το έχουν οι γαλλικές εταιρίες που ασκούν εδώ και πολύ καιρό πολιτικές φιλελευθεροποίησης της αγοράς εργασίας, ακριβώς όπως και οι αμερικανικές, και υπαγωγής όλης της πολιτιστικής παραγωγής στη λογική της ακροαματικότητας. Το αδύνατο μέρος της συμμαχίας νομίζει ότι θα κερδίσει κάποια ψίχουλα σε αυτή την πάλη ανάμεσα «στους γίγαντες της επικοινωνίας». Αλλά τα τελευταία είκοσι χρόνια το ακριβώς αντίθετο συμβαίνει, εξαιτίας όχι των αμερικανικων πολυεθνικών, αλλά των δικών μας. Οι χώροι «ελευθερίας και δημιουργίας» μειώνονται συστηματικά και οι εργαζόμενοι στον «κινηματογράφο των δημιουργών» ωθούνται προς την προσωρινή απασχόληση.
Στην ουσία πρόκειται για μια προσπάθεια επιλογής εκείνων των «επαγγελματιών» της τυποποίησης της κινηματογραφικής και τηλεοπτικής παραγωγής, που θα μπορέσουν να αντιπαρατεθούν στον ανταγωνισμό του «κακού λύκου» της Αμερικής. Και τότε θα παρακολουθήσουμε μια συναρπαστική πάλη ανάμεσα στα αμερικανικά και τα ευρωπαϊκά ριάλιτυ-σώου, ανάμεσα στις ευρωπαϊκές υπερπαραγωγές όπως το Astérix ή το Taxi (νο 1, 2, 3 κ.λπ.) και τις χολιγουντιανές. Το 16% του τζίρου του που οφείλει να επενδύσει το [ιδιωτικό τηλεοπτικό κανάλι] M6 σε «πρωτότυπα οπτικοακουστικά έργα στη γαλλική γλώσσα», μπορεί χωρίς πρόβλημα να επενδυθεί σε ριάλιτυ-σώου, με τις ευλογίες του κράτους. Η πολιτιστική εξαίρεση είναι απλώς ζήτημα κατανομής της αγοράς στο διεθνές εμπόριο.
Το να εξετάσουμε την «πολιτιστική εξαίρεση» χωριστά από το πρωτόκολλο συμφωνίας για την ασφάλιση ανεργίας των περιστασιακά εργαζομένων, σαν να ακολουθούσαν δύο διαφορετικές λογικές, είναι σοβαρό αναλυτικό και πολιτικό σφάλμα. Ο όρος «εξαίρεση» αντιστοιχεί επακριβώς στους στόχους της Medef [του γαλλικού ΣΕΒ] και της κυβέρνησης και επιβεβαιώνει τον κανόνα της «ευελιξίας» της εργασίας και της εμπορευματοποίησης όλων των ανθρώπινων παραγωγών.
Ωστόσο, ενώ την εποχή των βαρώνων η «κουλτούρα» είχε καθεστώς εξαίρεσης επειδή ασκούνταν από προνομιούχες ελίτ, αυτή τη φορά η εξαίρεση θα επιβληθεί πολιτικά προκειμένου να περιστείλει τις πρακτικές ενός ολοένα και ευρύτερου πλήθους υποκειμένων τα οποία έχουν ιδιοποιηθεί την τεχνογνωσία, την κουλτούρα και τις διανοητικές λειτουργίες από τις οποίες στο παρελθόν οι πατεράδες τους και, ιδίως, οι μητέρες τους είχαν αποκλειστεί. Αυτό είναι η πολιτική της πολιτιστικής εξαίρεσης και τίποτε άλλο!

«Κάθε άνθρωπος είναι καλλιτέχνης»

Γιατί η πολιτιστική εξαίρεση δεν είναι επιθυμητή;
Διότι απλούστατα είναι αντίθετη προς τους αγώνες των εργατικών, των καλλιτεχνικών και των φοιτητικών κινημάτων ολόκληρου του 19ου και ιδίως του 20ού αιώνα. Με τον τρόπο του το καθένα, τα κινήματα αυτά στράφηκαν εναντίον του ίδιου στόχου: του «εξαιρετικού» καθεστώτος της «κουλτούρας». Η πάλη ενάντια στο διαχωρισμό χειρωνακτικής και διανοητικής εργασίας, η έμπρακτη κριτική του διαχωρισμού της τέχνης από τη ζωή, τα κινήματα υπέρ της «μαζικής εκπαίδευσης», έβλεπαν στην «εξαίρεση» του διανοουμένου, της καλλιτεχνικής δημιουργίας, στην «εξαίρεση» όσων είχαν σπουδάσει, ένα εργαλείο πολιτικής επικράτησης: μια αρχή διαίρεσης ανάμεσα σ' αυτούς που είχαν δικαίωμα στο λόγο, την έκφραση, τη δημιουργία, την εκπαίδευση και σ' αυτούς που πρέπει να σκύβουν το κεφάλι, να σωπαίνουν και να υπακούν. Η διαίρεση ανάμεσα σ' αυτόν που έχει δικαίωμα να διατάζει και σ' αυτόν που έχει καθήκον να υπακούει, επί αιώνες έβρισκε το πιο σταθερό θεμέλιό της στην «πολιτιστική εξαίρεση».
Η αποδυνάμωση της διευθυντικής εξουσίας ανέκαθεν συνοδεύθηκε από τον κλονισμό αυτών των διαιρέσεων και από την άρση της «ιερότητας» των πνευματικών δραστηριοτήτων. Οι αγώνες που διεξήγαγαν συλλογικά και ατομικά εργάτες, καλλιτέχνες και φοιτητές, οδήγησαν σε μια όλο και πιο προωθημένη ανάμιξη και ώσμωση ανάμεσα στην εργασία, την τέχνη και την εκπαίδευση. Και οι θιασώτες της «πολιτιστικής εξαίρεσης» έρχονται τώρα και μας λένε ότι είναι πλέον καιρός να μπει μια τάξη σε αυτό το αχούρι, να αποκαταστήσουμε σαφείς διακρίσεις ανάμεσα σ' εκείνους που σκέφτονται, επινοούν και δημιουργούν και σ' εκείνους που πρέπει να υπακούουν, να εργάζονται ή να επιβιώνουν μέσα στην εργασιακή ανασφάλεια· ανάμεσα σ' εκείνους που έχουν το χρόνο και το χρήμα για να σκέπτονται, να δημιουργούν και να μορφώνονται, και τους άλλους, οι οποίοι, εάν έχουν το χρόνο (λόγω ανεργίας), δεν έχουν το χρήμα –ή δεν έχουν τίποτε απ' τα δύο. Αυτοί, αφού δεν τους άγγιξε η θεία χάρη της δημιουργικότητας και της ευφυίας, μπορούν να τσαλαβουτάνε στην «κανονικότητα».
Για να ρυθμιστεί η σύγκρουση στο χώρο του θεάματος, μας λένε, πρέπει να καθιερωθεί ένα νέο καθεστώς του «πολιτιστικά εργαζομένου», που να μας επιτρέπει να διακρίνουμε τους τεχνικούς από τους καλλιτέχνες και, μεταξύ των τελευταίων, τους «δημιουργικούς» ερμηνευτές (χορογράφους, σκηνοθέτες κ.λπ.). Η διολίσθηση από την «υπεράσπιση της δημιουργίας» σε έναν νέο κανονιστικό ορισμό τού ποιος είναι καλλιτέχνης, περιέχεται στον ίδιο τον ορισμό της πολιτιστικής εξαίρεσης. Το πρόβλημα όμως είναι ο ίδιος ο ορισμός της τέχνης ως εξαιρετικής δραστηριότητας.

Το «φωτοστέφανο» της τέχνης

Εδώ και πολύ καιρό η τέχνη έχει χάσει το «φωτοστέφανό» της. Ο Βάλτερ Μπένγιαμιν είχε δείξει γιατί είναι αδύνατο και, ταυτόχρονα, ανεπιθύμητο να επιστρέψουμε σε μια «εξαιρετική» σύλληψη της τέχνης. Γι' αυτόν, η κύρια αιτία απώλειας του φωτοστέφανου ήταν ο κινηματογράφος ως μηχανισμός (πέρα από τη διαίρεση εμπορικού κινηματογράφου και κινηματογράφου των δημιουργών), με τη «βιομηχανική παραγωγή» και τη «μαζική αποδοχή» του. Είναι επομένως αξιοπερίεργο ότι σήμερα η επιθυμία αποκατάστασης του «φωτοστέφανου» προέρχεται κυρίως από τον κόσμο του κινηματογράφου!
Ο Μπένγιαμιν και οι ρωσικές κινηματογραφικές πρωτοπορίες, από τις οποίες είχε εμπνευστεί, είχαν ήδη εντοπίσει δύο κινδύνους. Ο Ντζίγκα Βερτόφ τους περιέγραψε ως εξής: απ' τη μια, να περιοριστεί ο κινηματογράφος σε μια απλή μαζική ψυχαγωγία και, απ' την άλλη, να «ιεροποηθεί» ως «έβδομη τέχνη». Η παγίδα που έπρεπε να αποφύγουμε τη δεκαετία του 1930, είναι ακριβώς αυτό που μας προτείνεται σήμερα μέσω της πολιτιστικής εξαίρεσης: ή με την εμπορευματοποίηση και τους εμπόρους, ή με την «τέχνη» και τους «καλλιτέχνες».
Αλλά αφού, ακριβώς, θέλουμε να υπερασπίσουμε τους καλλιτέχνες, ας δούμε τι παρήγαγαν οι τελευταίοι. Τα λόγια και οι πράξεις των καλλιτεχνών του 20ού αιώνα συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανατροπή της καλλιτεχνικής εξαίρεσης. Δεν μπορούμε να σκεφτούμε τίποτε πιο ξένο προς την καλλιτεχνική παράδοση του 20ού αιώνα από τον καθορισμό ενός «καθεστώτος καλλιτέχνη». Από τον Ντυσάν μέχρι τις πρωτοπορίες της δεκαετίας του 1920 και τις νεο-πρωτοπορίες του 60, οι επεξεργασίες των πλέον «δημιουργικών» καλλιτεχνών επικεντρώθηκαν στην απομάγευση της καλλιτεχνικής δραστηριότητας και των προϊόντων της. Η εξαίρεση της πράξης της δημιουργίας και του καλλιτεχνικού προϊόντος έχει υποβληθεί σε κάθε είδους κριτική, ειρωνεία, σε όλους τους πιθανούς και απίθανους χλευασμούς. Αυτή η παράδοση απολήγει, στη δεκαετία του 70, στην τοποθέτηση του Γιόζεφ Μπόις: «κάθε άνθρωπος είναι καλλιτέχνης».
Το σύνθημα αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε άνθρωπος είναι ζωγράφος, γλύπτης κ.λπ., αλλά ότι κάθε άνθρωπος έχει μια «δυνάμει ικανότητα δημιουργίας», ότι η δημιουργία δεν είναι μονοπώλιο των καλλιτεχνών!
Ο Μπόις έτσι προαναγγέλλει έναν μείζονα μετασχηματισμό των κοινωνιών μας. Κύρια πηγή παραγωγής του πλούτου δεν είναι πλέον η βιομηχανική εργασία, αλλά η γνώση, οι δεξιότητες, η κουλτούρα. Σήμερα, το κεφάλαιο «στρώνει στη δουλειά» και εκμεταλλεύεται την ικανότητα επινόησης και δημιουργίας του καθενός ανθρώπου. Ο Μπόις δεν προτείνει να σβήσουμε όλες τις διαφορές ανάμεσα στις δραστηριότητες, αλλά ισχυρίζεται ότι οι δραστηριότητες αυτές μπορούν να επικοινωνούν μεταξύ τους, να βρουν στη δημιουργία ένα κοινό μέτρο και ένα κοινό θεμέλιο. Προτείνει ένα μέτρο και μια αξιολόγηση της παραγωγής του πλούτου που δεν βασίζεται πια ούτε στην εργασία, ούτε στην τέχνη.
Η επινόηση και η δημιουργία δεν γίνονται κατά παραγγελία: δεν μπορούμε να καθορίσουμε εκ των προτέρων ποιος είναι καλλιτέχνης ή εφευρέτης. Το μόνο που μπορούμε να καθορίσουμε είναι οι υλικές, κοινωνικές και οικονομικές προϋποθέσεις για να ανθίσει η επινόηση (όχι μόνο στην τέχνη!). Θα ήταν τεράστια παρανόηση να επαναφέρουμε ένα «καθεστώς του καλλιτέχνη». Το ζητούμενο είναι να δοθούν οι προϋποθέσεις για την ανάπτυξη της δημιουργικότητας του καθενός.
Οι καλλιτεχνικές πρακτικές του 21ου αιώνα, όπως και ο ορισμός της «εργασίας», πρέπει να αναμετρηθούν με αυτή τη διάχυτη δημιουργικότητα. Τα συλλογικά δικαιώματα είναι προαπαιτούμενο της ανάπτυξης της επινόησης και της δημιουργίας· η ισότητα είναι προαπαιτούμενο της διαφοράς! Συλλογικά δικαιώματα όσον αφορά τα επιδόματα ανεργίας, αλλά και όσον αφορά την «πολιτιστική πολιτική»: αυτά τα δύο συνδέονται πολύ στενά. Το κίνημα των περιστασιακά εργαζομένων μάς δίνει τη δυνατότητα να συνδέσουμε τις δύο πραγματικότητες, την εργασία και την τέχνη, και να συμβάλουμε σε έναν επαναπροσδιορισμό τους με βάση αυτή τη διάχυτη δύναμη επινόησης στην κοινωνία.

«Όχι στην πνευματική ιδιοκτησία»

Για να συνοψίσουμε: η καλλιτεχνική παράδοση του 20ού αιώνα έχει καταστήσει άνευ νοήματος την έννοια της πολιτιστικής εξαίρεσης. Το καθεστώς του καλλιτέχνη, μια πιο φτωχή και χυδαία μορφή της «αυτονομίας της τέχνης», δεν είναι σήμερα τίποτε άλλο από ένα πολιτικό εργαλείο πειθαρχικής διαίρεσης και κωδικοποίησης της ανθρώπινης δημιουργικότητας. Η αποκατάσταση της «αξίας της τέχνης» είναι σύστοιχη προς την αποκατάσταση της «αξίας της εργασίας» (στην οποία ακριβώς μπορεί να συνοψισθεί η στρατηγική της σημερινής αριστεράς!). Και οι δύο όμως έχουν φθαρεί ανεπανόρθωτα: είναι αδύνατο να επαναφέρουμε στο κέντρο της παραγωγής του πλούτου τη βιομηχανική εργασία με τους εργάτες της, τα συνδικάτα της και τα κόμματά της, ακριβώς όπως είναι αδύνατο να επιστρέψουμε σε μια απαρχαιωμένη έννοια της τέχνης και του καλλιτέχνη.
Το κοπυράιτ: ένας αρχαϊσμός

Οι θιασώτες της πολιτιστικής εξαίρεσης είναι επίσης ένθερμοι υποστηρικτές του δικαιώματος του δημιουργού. Και εδώ παρατηρούμε μια σύγκλιση ανάμεσα στη δεξιά και την αριστερά. Το δικαίωμα του δημιουργού και το κοπυράιτ καθιερώθηκαν την εποχή της γαλλικής και της αμερικανικής επανάστασης, αφενός για να προστατεύσουν το δημιουργό και να του εξασφαλίσουν μια αμοιβή για τη δραστηριότητά του, και αφετέρου για να εξασφαλίσουν την ελεύθερη ενημέρωση του κοινού και την κυκλοφορία των γνώσεων. Πρέπει να υπογραμμίσουμε ότι οι συγκεκριμένες μορφές αμοιβής και εξασφάλισης είχαν νόημα επειδή η πολιτιστική παραγωγή ήταν μια «εξαίρεση» σε σχέση με την εμπορευματική παραγωγή και επειδή το «κοινό» αποτελούνταν από ελίτ.
Σήμερα είμαστε μπροστά σε μια τελείως διαφορετική κατάσταση: η πολιτιστική παραγωγή δεν αφορά πια έναν περιορισμένο αριθμό «εξαιρετικών» προσώπων, έχει γίνει μια δραστηριότητα που ασκείται από ολοένα και περισσότερα άτομα (μαζική διανοητικότητα!). Ενώ το κοινό πια δεν αποτελείται από ελίτ, αλλά από όλο και ευρύτερα πλήθη χρηστών.
Σε αυτές τις νέες προϋποθέσεις παραγωγής και πρόσληψης, το κοπυράιτ δεν αμείβει πλέον τους δημιουργούς και δεν εξασφαλίζει την κυκλοφορία των γνώσεων. Αντίθετα, εγγυάται ένα μονοπώλιο –και επομένως ένα εισόδημα- στις πολυεθνικές της επικοινωνίας και της οπτικοακουστικής παραγωγής, και παρεμποδίζει την ελεύθερη κυκλοφορία των γνώσεων. Η αντιπαράθεση ανάμεσα στις μεγάλες πολυεθνικές της μουσικής με τους χρήστες του δικτύου, είναι ενδεικτική αυτής της κατάστασης.

Ελεύθερα λογισμικά

Επίσης, ο καυγάς ανάμεσα στη Microsoft και τα ελεύθερα λογισμικά, όπως το Linux, διεξάγεται γύρω από την «πνευματική ιδιοκτησία». Στην υπόθεση αυτή, που βρίσκεται στο επίκεντρο μιας από τις σημαντικότερες και επικερδέστερες βιομηχανίες της νέας οικονομίας, οι νόμοι της πνευματικής ιδιοκτησίας αποτρέπουν την ελεύθερη συνεργασία των ατόμων και οδηγούν σε μια σχηματοποίηση και ομογενοποίηση του τρόπου εργασίας, επικοινωνίας και συνεργασίας (τα 95% των υπολογιστών είναι εφοδιασμένο με εργαλεία πληροφορικής τα οποία παρέχει με κοπυράιτ μια και μόνο επιχείρηση). Στην εποχή μας, η ανάπτυξη της ελεύθερης συνεργασίας των ατόμων, η κυκλοφορία των γνώσεων και η επικοινωνία προϋποθέτει την εξουδετέρωση των νόμων της πνευματικής ιδιοκτησίας, όπως αποδεικνύει η περίπτωση Linux. Παρεχόμενο με «copyleft», δηλαδή με δικαίωμα αντιγραφής, αναπαραγωγής και ελεύθερης τροποποίησης των γνώσεων που αποτελούν τα λογισμικά, το σύστημα Linux επιτρέπει και ενθαρρύνει μορφές συνεργασίας στις οποίες είναι πλέον αδύνατο να ξεχωρίσουμε τον παραγωγό από το χρήστη.
Έτσι χάνει το νόημά της και η άλλη λειτουργία της πνευματικής ιδιοκτησίας: να ενθαρρύνει και να προαγάγει την καινοτομία. Παρά τα δισεκατομμύρια δολάρια που εξασφαλίζει το μονοπώλιο των συστημάτων εκμετάλλευσης, τα προϊόντα της Microsoft είναι ελάχιστα αποδοτικά, ελάχιστα αξιόπιστα και φυσικά πολύ ακριβά σε σύγκριση με τα ελεύθερα λογισμικά!

Πού βασίζονται τα κέρδη της Microsoft;

Έχουμε εδώ ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα του τι μπορεί να σημαίνει «αιχμαλώτιση» και «λεηλασία» της κοινωνικής συνεργασίας. Καλούμε όλους τους «μαρξιστές» που αμύνονται απέναντι σε κάθε πρόταση για ένα νέο ορισμό της «παραγωγής του πλούτου» και των μεθόδων υπολογισμού και κατανομής του, να προβληματισθούν πάνω στις νέες προϋποθέσεις της κεφαλαιακής συσσώρευσης, οι οποίες δεν έχουν πολλά κοινά με την περιγραφή του Mαρξ στο πρώτο βιβλίο του «Κεφαλαίου». Η Microsoft εκπροσωπεί την πιο μεγάλη κεφαλαιοποίηση στο αμερικανικό χρηματιστήριο, άρα είναι σίγουρα μια καπιταλιστική επιχείρηση. Από πού προέρχονται όμως τα τεράστια κέρδη αυτής της πολυεθνικής, που έχουν κάνει τον πρόεδρό της τον πλουσιότερο άνθρωπο του πλανήτη; Η συσσώρευσή της δεν βασίζεται στην εκμετάλλευση των «μισθωτών» της (οι οποίοι εξάλλου είναι «άυλοι εργαζόμενοι» που αμείβονται με μετοχές και μερίσματα), όπως θα ήθελε η μαρξιστική θεωρία, αλλά στην εκμετάλλευση του τεράστιου αριθμού ατόμων που αποτελούν την κοινωνική συνεργασία (εν προκειμένω, στην εκμετάλλευση των δικτύων ατόμων που συνδέονται μέσω του Ίντερνετ).
Πώς να αντιταχθούμε σε αυτή τη λεηλασία του συλλογικά παραγόμενου πλούτου που συντελείται μέσω των νόμων περί πνευματικής ιδιοκτησίας; Σίγουρα όχι με τις εργοδοτικές και εργατικές εισφορές, διότι το μεγαλύτερο μέρος της «εργασίας» -δηλαδή της επινόησης, της δημιουργίας- γίνεται χωρίς τους ιδιοκτήτες, έξω από κάθε μισθωτή σχέση. Η συνεργασία των ατόμων, με την τεχνογνωσία τους, τις σχέσεις τους και την οργάνωσή τους, δεν ενεργοποιείται από τη Microsoft, αλλά γίνεται σε ένα στάδιο προηγούμενο από την κεφαλαιακή επένδυση. Το ίδιο ισχύει για την «πολιτιστική παραγωγή», όπου το κόστος της παρακινδυνευμένης και αστάθμητης διαδικασίας της δημιουργίας δεν πρόκειται να το αναλάβουν ποτέ ιδιώτες διανομείς. Ωστόσο, η ακύρωση των θερινών φεστιβάλ [λόγω της απεργίας των καλλιτεχνών] μας επέτρεψε να υπολογίσουμε το τεράστιο κέρδος που αντλεί ο ιδιωτικός τομέας από τις δημόσιες επιδοτήσεις που παρέχονται σε θεατρικές, μουσικές και οπτικοακουστικές παραγωγές, και από το καθεστώς της περιστασιακής απασχόλησης. Θα έπρεπε ακόμα να συνυπολογίσουμε, πέρα από τις τέχνες με τη στενή έννοια, την αυθόρμητη και συνεργατική παραγωγή που γεννά τις διάφορες ενδυματολογικές ή μουσικές μόδες, συμπεριφορές, γλωσσικές εκφράσεις κ.λπ., και στην οποία βασίζεται όλη η πολιτιστική παραγωγή. Το δικαίωμα του δημιουργού, και ειδικά το κοπυράιτ, δεν είναι παρά μέσα για τη διαχείριση της κοινωνικά παραγόμενης δημιουργίας για λογαριασμό των ιδιωτών διανομέων.

Μύθος η «προστασία του καλλιτέχνη»

Ίσως αντιτείνουν κάποιοι, ακόμη και αυτοχαρακτηριζόμενοι ως αριστεροί, ότι το δικαίωμα του δημιουργού είναι το μόνο μέσο που μένει σε ένα συγγραφέα, ένα γλύπτη, ένα συνθέτη ή ένα σκηνοθέτη ώστε να ζήσει από την τέχνη του· και ίσως προσθέσουν ότι το γαλλικό δικαίωμα του δημιουργού συνδέεται άρρηκτα με ένα «ηθικό δικαίωμα» που προστατεύει την ακεραιότητα του έργου απέναντι σε κάθε χειραγώγηση εκ μέρους του διανομέα. Τέτοιες αυταπάτες χρησιμεύουν μόνο για να εδραιώσουν τη λογική της πνευματικής ιδιοκτησίας, η οποία είναι το θεμέλιο των υπερφιλελεύθερων πολιτικών του ΠΟΕ –ενάντια στις οποίες υποτίθεται ότι μας προστατεύει η «πολιτιστική εξαίρεση»! Για να τις διαλύσουμε, αρκεί να ρωτήσουμε οποιονδήποτε συγγραφέα, γλύπτη, συνθέτη ή σκηνοθέτη συναντήσουμε, εάν τα δικαιώματά του ως δημιουργού τού αποφέρουν περισσότερα από τις επιδοτήσεις ή το επίδομα ανεργίας του. Η απάντηση είναι πολύ εύκολο να δοθεί: εκτός από μερικούς «αστέρες», τα δικαιώματα του δημιουργού δεν τρέφουν την τεράστια πλειοψηφία όλων όσων, με τη μετάβαση στη μεταβιομηχανική κοινωνία, απέκτησαν πρόσβαση σε πολιτιστικές ή καλλιτεχνικές πρακτικές.
Όσο για την ακεραιότητα των έργων που παράγονται στο πλαίσιο του σταρ-σύστεμ, ο παραλογισμός γίνεται πλέον οφθαλμοφανής: ο καθένας μπορεί να διαπιστώσει τη διαστρέβλωση την οποία υφίστανται οι ίδιες οι έννοιες της τέχνης και του πολιτισμού από την αναζήτηση του κέρδους. Εξάλλου, το δίκαιο πνευματικής ιδιοκτησίας που αναγνωρίζεται από τους διεθνείς οργανισμούς υποχρεώνει το δημιουργό να παραχωρήσει κάθε δικαίωμα παρακολούθησης της κυκλοφορίας του έργου «σε οποιασδήποτε μορφής υλική αποτύπωση, υπάρχουσα ή μελλοντική».

Οι «νέες περιφράξεις»

Το δικαίωμα του δημιουργού και το κοπυράιτ εξασφαλίζουν την αποκλειστική ιδιοποίηση της γνώσης και του πολιτισμού, δημόσιων ή κοινών αγαθών που αποτελούν καρπούς συλλογικής συνεργασίας. Ο καπιταλισμός έχει γεννηθεί από την αποκλειστική ιδιοποίηση ενός δημόσιου και συλλογικού αγαθού, όπως ήταν η γη την εποχή του παλαιού καθεστώτος. Οι νέες περιφράξεις, στο σύγχρονο καπιταλισμό, εμποδίζουν πλέον την πρόσβαση όχι στη γη, αλλά στη γνώση και τον πολιτισμό. Στις νέες, άκρως κοινωνικοποιημένες συνθήκες παραγωγής και πρόσληψης των συλλογικών αγαθών, το κοπυράιτ εισάγει μια νεοφιλελεύθερη λογική, και αυτό κατά πολλούς τρόπους:

1° Eξατομίκευση της αμοιβής
2° Έλεγχος, επιλογή και ιεράρχηση της πρόσβασης στα δημόσια αγαθά
3° Παρεμπόδιση της καινοτομίας, της έρευνας και της δημιουργίας
4° Σχηματοποίηση της υποκειμενικότητας και των μορφών έκφρασής της.
5° Τυποποίηση της πολιτιστικής και της πνευματικής παραγωγής

Μας είναι κατανοητό γιατί ο Σιράκ υπερασπίζεται την πολιτιστική εξαίρεση και το δικαίωμα του δημιουργού. Οι αιτίες όμως για τις οποίες η αριστερά και τα συνδικάτα, ιδίως τα συνδικάτα των εργαζομένων στον πολιτισμό, υποστηρίζουν ανάλογες θέσεις, παραμένει μυστήριο για μας. Η ρητορεία της πολιτιστικής εξαίρεσης και η υποστήριξη του δικαιώματος του δημιουργού εκ μέρους της αριστεράς είναι μια ψευδεπίγραφη αμυντική στρατηγική που, στις νέες συνθήκες παραγωγής, διάδοσης και πρόσληψης της γνώσης, δεν έχει καμία δυνατότητα επιτυχίας. Μόνο ο καθορισμός νέων συλλογικών δικαιωμάτων σε όλα αυτά τα ζητήματα μπορεί να συγκροτήσει μια πραγματικά αντι-φιλελεύθερη πολιτική και, κυρίως, να συμβάλει στην ελεύθερη και αυτόνομη ανάπτυξη όλων των μορφών συνεργασίας.

Τα πολιτικά συμπεράσματα

Κλείνοντας, ας συναγάγουμε τα πολιτικά συμπεράσματα όλων αυτών των επιχειρημάτων:
Πρέπει, κατά πρώτον, να υπερασπιστούμε το σύστημα των επιδομάτων ανεργίας για τους περιστασιακά εργαζόμενους του θεάματος και να το διευρύνουμε και σε άλλα επαγγέλματα. Αλλά για να είναι επιτυχημένος αυτός ο αγώνας και να μην μπορεί να κατηγορηθεί για συντεχνιακός, πρέπει ταυτόχρονα να προτείνουμε την καθιέρωση ενός εγγυημένου εισοδήματος χωρίς προϋποθέσεις, το οποίο να επιτρέπει σε όλους, όποιο κι αν είναι το επάγγελμά τους, να αντέχουν καλύτερα τις απρόβλεπτες μεταβολές μιας τελείως εύκαμπτης αγοράς εργασίας, και να αποδεσμεύει ελεύθερο χρόνο για την ανάπτυξη πολιτιστικής, καλλιτεχνικής, πολιτικής ή άλλης δραστηριότητας.
Παράλληλα με αυτές τις διεκδικήσεις γύρω από το εισόδημα, είναι πλέον καιρός να διευρύνουμε τη δημόσια προσφορά κατάρτισης και πρόσβασης στα εργαλεία της σύγχρονης παραγωγής. Κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής σήμερα σημαίνει άνοιγμα της πρόσβασης στις γνώσεις, αλλά και στις τεχνικές επεξεργασίας και διάδοσης κειμένων. Εάν πρέπει, σε κάποιες περιπτώσεις, να προστατεύσουμε την ακεραιότητα των έργων ενάντια στην εμπορευματική ροή των πολυμέσων, δεν θα ήταν άραγε προτιμότερο να διαχωρίσουμε το ηθικό δικαίωμα, που αφορά το περιεχόμενο και τη σημασία του έργου τέχνης, από ένα δήθεν δικαίωμα του δημιουργού που απαγορεύει την πρόσβαση στις γνώσεις –αυτό το δικαίωμα περίφραξης και αποκλεισμού που ανάγεται, όπως και η πολιτιστική εξαίρεση, σε ένα παλαιότερο καθεστώς παραγωγής και δημιουργίας; Αυτό θα σήμαινε να κατοχυρώσουμε νομικά τις πολυάριθμες παραλλαγές της αρχής τού «copyleft» -που μπορεί να μεταφραστεί και ως «αριστερή αντιγραφή»!
Όσοι νομίζουν ότι τέτοιες καινοτομίες είναι ασυμβίβαστες με τη συμμετοχή της Γαλλίας στην Ευρωπαϊκή Ένωση ή στον ΠΟΕ, απλούστατα δεν έχουν καταλάβει πόσο εύθραυστοι είναι σήμερα αυτοί οι διεθνείς οργανισμοί απέναντι στα κοινωνικά κινήματα και στη δύναμη των προτάσεών τους. Αντί να αποδεχόμαστε παθητικά τη διατήρηση και, στο άμεσο μέλλον, την αύξηση της μαζικής ανεργίας, που συνοδεύεται από την έκπτωση του σχολικού συστήματος και τη διαρκή επιδείνωση της θέσης όσων παράγουν τον κοινωνικό πλούτο, μπορούμε να απαιτήσουμε και να θέσουμε σε εφαρμογή τα νέα συλλογικά δικαιώματα του εικοστού πρώτου αιώνα, ρίχνοντας τις υλικές και νομικές βάσεις μιας κοινωνίας της γνώσης, του πολιτισμού και της δημιουργίας για όλους. Χωρίς εξαίρεση.

Δεν υπάρχουν σχόλια: